ευαρεστήριος

εὐαρεστήριος, -ον (Α) [ευάρεστος]
1. εξευμενιστικός, εξιλαστήριος
2. φρ. «εὐαρεστήριοι θυσίαι» — οι θυσίες που τελούνται προς ευαρέστηση τού θεού (Διον. Αλ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.